Η γαλλική φράση DEJA VU σημαίνει κατά λέξη «ήδη ιδωμένο». Στην καθημερινή γλώσσα έχει καθιερωθεί να χρησιμοποιούμε τη φράση déjà vu για οτιδήποτε μας δίνει την εντύπωση ότι επαναλαμβάνεται ή μας θυμίζει κάτι. Ο όρος αυτός, όμως, που τόσο συχνά ακούμε και χρησιμοποιούμε χωρίς να είμαστε εντελώς σίγουροι για τι πράγμα ακριβώς μιλάμε, είναι ο επιστημονικός όρος για μία «φάρσα» που μας παίζει η μνήμη μας. Περιγράφει το φαινόμενο κατά το οποίο αισθανόμαστε ότι ένα συμβάν, μία στιγμή, μία εμπειρία την έχουμε ξαναζήσει, χωρίς όμως να μπορούμε να θυμηθούμε πότε, πώς και πού. Τι ακριβώς είναι αυτό το περίφημο déjà vu;
«Το έχω ξαναδεί το… έργο»
Ας πούμε ότι βρίσκεστε με μια παρέα σε ένα εστιατόριο και συζητάτε. Ξαφνικά και χωρίς να έχει συμβεί κάτι ιδιαίτερο έχετε την αίσθηση ότι αυτήν ακριβώς τη στιγμή την έχετε ξαναζήσει και για μερικά δευτερόλεπτα σας φαίνεται ότι ο χώρος, τα πρόσωπα, η ατμόσφαιρα, η συζήτηση, όλα έχουν ξαναϋπάρξει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο σε κάποια άλλη στιγμή στη ζωή σας. Στην πραγματικότητα, δεν μπορείτε να θυμηθείτε αν έχετε ξαναβρεθεί με τους συγκεκριμένους ανθρώπους στο συγκεκριμένο μέρος. Παρ’ όλα αυτά, έχετε αυτή την αίσθηση του γνώριμου και ταυτόχρονα του παράξενου και παράδοξου. Δεν είναι ακριβώς ανάμνηση, καμιά φορά μάλιστα υπάρχει η αίσθηση ότι ίσως να έχουμε ονειρευτεί αυτά τα στιγμιότυπα που βιώνουμε. Συνήθως, μένουμε με μια ακαθόριστη αίσθηση ότι κάτι ανεξήγητο μας συνέβη και μετά από λίγο το ξεχνάμε.

Ανάδυση ενός υποσυνείδητου βιώματος
Η πρώτη εξήγηση Ο πρώτος επιστήμονας που στο βιβλίο του «Το μέλλον των ψυχικών επιστημών» αναφέρθηκε στο φαινόμενο αυτό και του έδωσε τον ελληνικό όρο «παραμνησία» ήταν ο γάλλος ερευνητής E. Boirac, στα τέλη του 19ου αιώνα. Πέρα, όμως, από αυτή την αναφορά, φαίνεται πως δεν το μελέτησε εκτενέστερα. Λίγο αργότερα, ο Freud έδωσε τη δική του ερμηνεία λέγοντας πως αυτού του είδους τα βιώματα είναι το αποτέλεσμα τραυματικών συμβάντων ή ανεπίτρεπτων επιθυμιών που έχουμε καταπιέσει και απωθήσει και που δεν τους έχουμε επιτρέψει την είσοδο στις «νόμιμες» αναμνήσεις μας. Έτσι, με την πρώτη ευκαιρία και εντελώς απροσδόκητα, με αφορμή δηλαδή κάποιο ερέθισμα (μία μυρωδιά ή έναν ήχο, για παράδειγμα), το βίωμα ανασύρεται από το υποσυνείδητο και παίρνει τη μορφή ανάμνησης.
Αμφιλεγόμενες ερμηνείες Αυτή η άποψη εξυπηρέτησε για μεγάλο διάστημα τους επιστήμονες για την ερμηνεία των εμπει­ριών déjà vu. Μάλιστα, έως ένα σημείο εξακολουθεί να το κάνει ακόμη και σήμερα, και μάλιστα με αμφιλεγόμενο μερικές φορές τρόπο. Αν, για παράδειγμα, ένας άνθρωπος συμπάσχει και έχει έντονα συναισθήματα όταν ακούει ότι ένα παιδί κακοποιείται από τους γονείς του, και δηλώνει ότι τον αναστατώνει αυτό το γεγονός σαν να το βιώνει ο ίδιος, ορισμένοι ψυχολόγοι τείνουν να ερμηνεύσουν τα συναισθήματα αυτά σαν déjà vu, δηλαδή σαν ένδειξη ότι αναβιώνει κάτι που του συνέβη πραγματικά στο μακρινό παρελθόν, αλλά ήταν τόσο τραυματικό ώστε το απώθησε και το ξέχασε. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πρόκειται σε αυτή την περίπτωση για déjà vu.
Ένα φαινόμενο στιγματισμένο Παρ’ όλα αυτά, και επειδή ακριβώς πρόκειται για ένα βίωμα απολύτως υποκειμενικό, το οποίο, όπως ακριβώς και οι αναμνήσεις, δύσκολα διαπιστώνεται, αποδεικνύεται, μετριέται και καταγράφεται, παρέμεινε στο περιθώριο του επιστημονικού ενδιαφέροντος για πολλές δεκαετίες. Το déjà vu ερμηνεύτηκε (και ερμηνεύεται) συχνά από παραψυχολογικές και μεταφυσικές θεωρήσεις ως απόδειξη της ύπαρξης προηγούμενης ζωής, επαφών με «άλλους κόσμους» και άλλα παρόμοια. Άνθρωποι που είχαν -ή ισχυρίζονταν ότι είχαν- συχνά τέτοιες εμπειρίες, συχνά θεωρούντο άνθρωποι με «ιδιαίτερες ικανότητες», με πολύ οξυμένη διαίσθηση, με ενόραση και προφητικές ιδιότητες. Αυτό το «παραψυχολογικό» στίγμα ήταν άλλος ένας λόγος που επί πολλές δεκαετίες η επιστήμη της ψυχολογίας δεν ασχολήθηκε περισσότερο με το φαινόμενο.